(+30) 210 3800670
Επικοινωνία

Παρέμβαση του δικηγόρου Δημητρίου Λυρίτση, μέλους ΔΣ του ΔΣΑ για τη Διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αναφορικά με την υπόθεση διερεύνησης των υποκλοπών και την μη ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.

Κείμενο άρθρου:

Στην απόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών που ζητάει την παραίτηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, αναφέρθηκε ο δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ Δημήτρης Λυρίτσης, χαρακτηρίζοντας τη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου «βαρύ θεσμικό πλήγμα στην ανάγκη πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης των υποκλοπών».

«Υπάρχουν στιγμές στην πορεία των θεσμών που δεν προσφέρονται για μικρές διατυπώσεις. Στιγμές στις οποίες οι λέξεις χάνουν το κύρος τους αν είναι φοβισμένες. Στιγμές που ένα συλλογικό σώμα καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, με τη μνήμη του, με την αποστολή του.

Μπροστά σε μια τέτοια στιγμή βρέθηκε το ΔΣ του ΔΣΑ με την υπόθεση των υποκλοπών και τη Διάταξη του Εισαγγελέα ΑΠ, που αποφάσισε τη μη ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο για περαιτέρω διερεύνηση μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας. Με αφορμή την εισαγγελική διάταξη το ΔΣ του ΔΣΑ συζήτησε κάτι βαθύτερο, αν η Δημοκρατία μας διαθέτει ακόμη τα αντανακλαστικά αυτοπροστασίας της. Αν οι θεσμοί μπορούν ακόμη να κοιτούν την εξουσία στα μάτια. Αν η Δικαιοσύνη παραμένει δύναμη ελέγχου ή μετατρέπεται, αθόρυβα, σε διοικητικό παράρτημα μιας πανίσχυρης εκτελεστικής εξουσίας. Και, βεβαίως, αν η δικηγορία θα σταθεί εκεί όπου ιστορικά ανήκει- στην πρώτη γραμμή υπεράσπισης της ελευθερίας, των δικαιωμάτων και της συνταγματικής τάξης.

Γιατί οι δικηγόροι είμαστε η φωνή που μπαίνει ανάμεσα στον πολίτη και την κρατική ισχύ. Είμαστε εκείνοι που, όταν η εξουσία απλώνει το χέρι της πέρα από τα συνταγματικά της όρια, οφείλουμε να πούμε – ως εδώ.

Το δικηγορικό σώμα κουβαλά ιστορία με μνήμη βαριά, μνήμη αγώνα και κυρίως μνήμη αίματος. Στην ελληνική δημοκρατική παράδοση ο δικηγόρος υπήρξε υπερασπιστής πολιτικών κρατουμένων, στόχος αυταρχικών καθεστώτων, φορέας αντίστασης, άνθρωπος που πολλές φορές πλήρωσε την προσήλωσή του στην ελευθερία με αποκλεισμούς, φυλακίσεις, βασανιστήρια, εξορία, ακόμη και με τη ζωή του.

Ο Νικηφόρος Μανδηλαράς είναι σύμβολο της δικηγορίας που δεν γονάτισε και δεν συμβιβάστηκε. Ο Τάκης Παππάς, επίσης, είναι υπόμνηση του τι σημαίνει δικηγόρος με δημοκρατική ραχοκοκαλιά.

Αυτή είναι η κληρονομιά μας. Και η κληρονομιά δεν είναι μια φωτογραφία στον τοίχο. Είναι εντολή. Μας κοιτά. Μας ελέγχει. Μας ρωτά τι κάνουμε σήμερα, όταν η Δημοκρατία δεν απειλείται με τανκς στους δρόμους αλλά με λογισμικά στα κινητά, με θεσμούς που σιωπούν, με φακέλους που κλείνουν πριν ανοίξουν στο φως. Η υπόθεση των υποκλοπών είναι η σκοτεινή μεταφορά της εποχής μας. Δεν έχει την ωμότητα της παλιάς εκτροπής. Έχει κάτι ίσως πιο ύπουλο, την τεχνοκρατική της καθαρότητα. Δεν χρειάζεται πλέον ο χωροφύλακας έξω από την πόρτα, αρκεί ένα μολυσμένο μήνυμα. Αν αυτό δεν είναι ζήτημα Δημοκρατίας, τότε τι είναι;

Παρακολουθήθηκαν ή επιχειρήθηκε να παρακολουθηθούν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, υπουργοί, κρατικοί λειτουργοί, στρατιωτικοί, δικηγόροι. Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο τα θύματα. Αφορά τον κάθε πολίτη χωριστά.

Το «Predator» είναι μια τεχνολογία πολιτικής κυριαρχίας. Ένα αόρατο δίκτυο εξουσίας που, αν δεν ερευνηθεί μέχρι τέλους, θα μείνει ως μόνιμη σκιά πάνω από τη δημοκρατική ζωή του τόπου. Και σήμερα, απέναντι σε αυτή τη σκιά, η ανώτατη εισαγγελική αρχή επέλεξε την αρχειοθέτηση. Αυτό είναι το πολιτειακό τραύμα. Η διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι μια πράξη που αποκαλύπτει έναν τρόπο σκέψης, έναν τρόπο προσέγγισης της υπόθεσης. Ο Εισαγγελέας δεν ενέσκηψε στη δικογραφία ως θεματοφύλακας μιας αλήθειας που πρέπει να αναζητηθεί αλλά ως φύλακας ενός νομικού μπαζώματος. Αυτό είναι μια εκτροπή από τον θεσμικό ρόλο της Εισαγγελίας. Όχι με την έννοια της προσωπικής μομφής μόνο. Αλλά με την έννοια της βαθιάς λειτουργικής εκτροπής, όταν η Εισαγγελία, γίνεται μηχανισμός συγκάλυψης.

Και όμως η αλήθεια έχει τον τρόπο της. Η αλήθεια είναι ποτάμι. Μπορείς για λίγο να το φράξεις, να του ρίξεις πέτρες, να το οδηγήσεις σε υπόγεια κοίτη, να το σκεπάσεις με χώμα και σιωπή. Αλλά το νερό θυμάται την πορεία του. Βρίσκει ρωγμές. Διαβρώνει το ψέμα. Επανέρχεται εκεί όπου το έθαψαν. Μόνο που το ποτάμι της αλήθειας δεν φτάνει μόνο του στη θάλασσα. Θέλει εργάτες. Θέλει ανθρώπους που θα σταθούν με τα χέρια μέσα στη λάσπη της συγκάλυψης και θα ανοίξουν ξανά την κοίτη. Θέλει δικηγόρους, δικαστές, δημοσιογράφους, πολίτες, θεσμούς που δεν συμφιλιώνονται με το σκοτάδι επειδή αυτό φόρεσε καθαρό κοστούμι και μίλησε με άψογη νομική ορολογία. Αυτό είναι το δικό μας καθήκον, να υπερασπιστούμε τους κανόνες μέσα στους οποίους μπορεί να υπάρχει δημοκρατική λειτουργία. Να υπερασπιστούμε τη συνταγματική τάξη. Να υπερασπιστούμε τη διάκριση των εξουσιών. Να πούμε ότι καμία εκτελεστική εξουσία, όσο ισχυρή κι αν είναι, δεν δικαιούται να απορροφά τους μηχανισμούς ελέγχου της. Να πούμε ότι καμία εισαγγελική σφραγίδα δεν μπορεί να μετατρέψει την πολιτειακή αλήθεια σε διοικητικό υπόλειμμα.

Η συνταγματική τάξη επιβάλλει την καθημερινή υπόσχεση ότι κανείς δεν είναι ανεξέλεγκτος και ανέλεγκτος. Ότι ο Πρωθυπουργός ελέγχεται. Ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών ελέγχονται. Ότι οι υπουργοί ελέγχονται. Ότι οι εισαγγελικοί λειτουργοί ελέγχονται. Ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι κλειστό δωμάτιο στο οποίο ο πολίτης καλείται απλώς να έχει εμπιστοσύνη, χωρίς να βλέπει φως από πουθενά.

Και εδώ οφείλουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια, η Δημοκρατία μας είναι ατελής. Δεν είναι ανύπαρκτη. Δεν είναι νεκρή. Αλλά είναι τραυματισμένη. Διαθέτει βέβαια ακόμη ζωντανούς πυρήνες. Διαθέτει δικαστές που αντιστέκονται στη λογική της συγκάλυψης. Διαθέτει δημοσιογράφους που ερευνούν. Διαθέτει δικηγόρους που μάχονται. Διαθέτει πολίτες που δεν παραιτούνται. Αυτός είναι ο δημοκρατικός σφυγμός που οφείλουμε να προστατεύσουμε.

Δεν είμαστε εναντίον της Δικαιοσύνης. Είμαστε υπερασπιστές της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης που δεν φοβάται. Είμαστε με τη Δικαιοσύνη που ανοίγει δρόμους και όχι λάκκους λήθης. Είμαστε με τους δικαστικούς λειτουργούς που αντιλαμβάνονται ότι η ανεξαρτησία είναι βάρος. Ότι η τήβεννος είναι ένδυμα ευθύνης απέναντι στον λαό και στο Σύνταγμα. Ακριβώς επειδή σεβόμαστε τη Δικαιοσύνη, δεν μπορούμε να σωπαίνουμε όταν την βλέπουμε να πληγώνεται από πράξεις που δημιουργούν την εικόνα εξάρτησης και προστασίας της εκτελεστικής εξουσίας. Η υπεράσπιση της Δικαιοσύνης περνά και μέσα από την απαίτηση λογοδοσίας όσων τη μικραίνουν. Γι’ αυτό η θέση μας είναι καθαρή.

Ο ΔΣΑ δηλώνει ότι η διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνιστά βαρύ θεσμικό πλήγμα στην ανάγκη πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης των υποκλοπών. Αναλαμβάνουμε όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για να μη χαθεί η υπόθεση στην παραγραφή. Ζητούμε την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου όχι ως πράξη πολιτικής εκδίκησης αλλά ως στοιχειώδη απαίτηση θεσμικής λογοδοσίας. Κινητοποιούμε τους ευρωπαϊκούς δικηγορικούς θεσμούς, κάθε θεσμό που μπορεί να σταθεί υπέρ της δημοκρατικής διαφάνειας.

Καλούμε το λαό, τους πολίτες, τις συλλογικότητες, τους θεσμικούς φορείς, να μη δεχθούν ότι μια τόσο μεγάλη υπόθεση μπορεί να κλείσει ανέλεγκτη. Αλλά πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα, οφείλουμε κάτι ακόμη: να ξαναδώσουμε στη δικηγορία το μεγάλο της νόημα. Τα τελευταία χρόνια πολλές φορές συζητούμε — και δικαίως — για την οικονομική ασφυξία του επαγγέλματος, για τη φορολογική αδικία, για την ύλη, για την καθημερινότητα, για την υποβάθμιση των δικαστηρίων, για τις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός μας. Όλα αυτά είναι απολύτως κρίσιμα. Αλλά αν η δικηγορία περιοριστεί μόνο σε αυτά, χάνει τον ορίζοντά της. Η δικηγορία δεν είναι μόνο επάγγελμα. Είναι θεσμική αποστολή. Είναι κοινωνική εγγύηση. Είναι ένα από τα τελευταία αναχώματα του αδύναμου απέναντι στον ισχυρό, του πολίτη απέναντι στο κράτος, της αλήθειας απέναντι στην οργανωμένη λήθη.

Ο ΔΣΑ, με την απόφαση του, συναντήθηκε με την ιστορία του. Και η ιστορία μας δεν επιτρέπει να είμαστε μικρόψυχοι, άτολμοι ή βολικοί. Ο Μανδηλαράς δεν μας κοιτά από το παρελθόν για να του καταθέσουμε στεφάνι. Ο Τάκης Παππάς δεν υπάρχει στη μνήμη του ΔΣΑ για να ονομάζουμε αίθουσες και να εκφωνούμε τυπικούς επαίνους. Υπάρχουν ως μέτρο. Ως κριτήριο. Ως υπενθύμιση ότι ο δικηγόρος, όταν η Δημοκρατία τραυματίζεται, δεν αναζητά ασφαλή γωνία αλλά βγαίνει μπροστά. Μπορεί σε λίγα χρόνια να μας ρωτήσουν — ή, ακόμη χειρότερα, να ρωτήσουμε εμείς τον εαυτό μας — πού ήμασταν όταν η υπόθεση των υποκλοπών οδηγούνταν στο αρχείο. Τι είπαμε όταν η παραγραφή πλησίαζε. Πώς αντιδράσαμε όταν η διάκριση των εξουσιών έδειχνε να χάνει την αναπνοή της. Αν σταθήκαμε στο ύψος του ρόλου μας ή αν αναζητήσαμε ασφαλείς διατυπώσεις για να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν.

Γιατί τελικά η Δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Είναι διαρκής κατάκτηση. Την υπερασπιζόμαστε και Την ξανακερδίζουμε κάθε φορά που κάποιος επιχειρεί να την κάνει πιο μικρή, πιο φοβισμένη, πιο σιωπηλή.

Οι δικηγόροι δεν φοβηθήκαμε. Σηκώσαμε το βάρος της στιγμής. Είναι βαρύ, αλλά είναι δικό μας.

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο dikastiko.gr στo παρακάτω link

dikastiko.gr

Πρόσφατα άρθρα

Αρχείο

GDPR

  • Cookies
  • Απαραίτητα cookies

Cookies

Απαραίτητα cookies